Α' ΙΔΟΥ εγώ λοιπόν, ο πλασμένος για τις μικρές Κόρες κα τα νησιά του Αιγαίου ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών και μύστης των φύλλων της ελιάς. ο ηλιοπότης και ακριδοκτόνος. Ιδού εγώ καταντικρύ του μελανού φορέματος των αποφασισμένων και της άδειας των ετών, που τα τέκνα της άμβλωσε, γαστέρας, το άγκρισμα! Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλει τα βουνά Μοίρα των αθώων, πάλι μόνη, να σε, στα Στενά! Στα Στενά τα χέρια μου άνοιξα Στα Στενά τα χέρια μου άδειασα κι άλλα πλούτη δεν είδα,κι άλλα πλούτη δεν άκουσα παρά βρύσες κρύες να τρέχουν Ρόδια ή Ζέφυρο ή Φιλιά. Ο καθείς και τα όπλα του,είπα: Στα Στενά τα ρόδια μου θ' ανοίξω Στα Στενά φρουρούς τους ζέφυρους θα στήσω τα φιλιά τα παλιά θ'απολύσω που η λαχτάρα μου άγιασε! Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά. Μοίρα τωv αθώων, είσαι η δική μου η Μοίρα! Δ' ΕΝΑ το χελιδόνι # κι η Ανοιξη ακριβή Για να γυρίσει ο ήλιος # θέλει δουλειά πολλή Θέλει νεκρούς χιλιάδες # νά 'ναι στους Τροχούς Θέλει κι οι ζωντανοί # να δίνουν το αίμα τους. Θέ μου Πρωτομάστορα # μ' έχτισες μέσα στα βουνά Θέ μαυ Πρωτομάστορα # μ' έκλεισες μες στη θάλλασσα! Πάρθηκεν από Μάγους # το σώμα του Μαγιού Τό 'χουνε θάψει σ ' ένα # μνήμα του πέλαγου Σ' ένα βαθύ πηγάδι # τό 'χουνε κλειστό Μύρισε το σκοτά # δι κι όλη η Αβυσσο. Θέ μου Πρωτομάστορα # μέσα στις πασχαλιές και Συ Θέ μου Πρωτομάστορα # μύρισες την Ανάσταση! Σάλεψε σαν το σπέρμα # σε μήτρα σκοτεινή Το φοβερό της μνήμης # έντομο μες στη γη Κι όπως δαγκώνει αράχνη # δάγκωσε το φως Ελαμψαν οι γιαλοί # κι όλο το πέλαγος. Θέ μου Πρωτομάστορα # μ' έζωσες τις ακρογιαλιές Θέ μου Πρωτομάστορα # στα βουνά με θεμέλιωσες! Ε' ΜΕ ΤΟ ΛΥΧΝΟ του άστρου # στους ουρανούς εβγήκα Στο αγιάζι των λειμώνων # στη μόνη ακτή του κόσμου Που να βρω την ψυχή μου # το τετράφυλλο δάκρυ! Λυπημένες μυρσίνες # ασημωμένες ύπνο Μου ράντισαν την όψη # Φυσώ και μόνος πάω Που να βρω τη ψυχή μου # το τετράφυλλο δάκρυ! Οδηγέ των ακτίνων # και των κοιτώνων Μάγε Αγύρτη που γνωρίζεις # το μέλλον μίλησέ μου Που να βρω την ψυχή μου # το τετράφυλλο δάκρυ! Τα κορίτσια μου πένθος # για τους αιώνες έχουν Τ'αγόρια μου τουφέκια # κρατούν και δεν κατέχουν Που να βρω την ψυχή μου # το τετράφυλλο δάκρυ! Εκατόγχειρες νύχτες # μες στο στερέωμα όλο Τα σπλάχνα μου αναδεύουν # Αυτός ο πόνος καίει Που να βρω την ψυχή μου # το τετράφυλλο δάκρυ! Με το λύχνο του άστρου # στους ουρανούς γυρίζω Στο αγιάζι των λειμώνων # στη μόνη ακτή του κόσμου Που να βρω την ψυχή μου # το τετράφυλλο δάκρυ! Z' ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ήλιε νοητέ # και μυρσίνη σύ δοξαστική μη παρακαλώ σας μη # λησμονάται τη χώρα μου! Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά # στα ηφαίστεια κλήματα σειρά και τα σπίτια πιο λευκά # στου γλαυκού το γειτόνεμα! Της Ασίας αν αγγίζει από τη μια # της Ευρώπης λίγο αν ακουμπά στον αιθέρα στέκει νά # και στη θάλασσα μόνη της! Και δεν είναι μήτε ξένου λογισμός # και δικού της μήτε αγάπη μια μόνο πένθος άχ παντού # και το φως ανελέητο! Τα πικρά μου χέρια με τον Κεραυνό # τα γυρίζω πίσω απ' τον Καιρό τους παλιούς φίλους καλώ # με φοβέρες και μ' αίματα! Μά 'χουν όλα τα αίματα ξαντιμεθεί # κι οι φοβέρες άχ λατομηθεί και στον έναν ο άλλος μπαί # νουν εναντίον οι άνεμοι! Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ # και μυρσίνη σύ δοξαστική μη παρακαλώ σας μη # λησμονάτε τη χώρα μου! Η' ΓΥΡΙΣΑ τα μάτια # δάκρυα γιομάτα κατά το παραθύρι Και κοιτώντας έξω # καταχιονισμένα τα δέντρα των κοιλάδων Αδελφοί μου,είπα # ως κι αυτά μια μέρα κι αυτά θα τ'ατιμάσουν Προσωπιδοφόροι # μες στον άλλον αιώνα τις θηλιές ετοιμάζουν Δάγκωσα τη μέρα # και δεν έσταξε ούτε σταγόνα πράσινο αίμα Φώναξα στις πύλες # κι η φωνή μου πήρε τη θλίψη των φονιάδων Μες στης γης το κέντρο # φάνηκε ο πυρήνας που όλο σκοτεινιάζει Κι η ακτίδα του ήλιου # γίνηκεν, ιδέστε ο μίτος του Θανάτου! Ω πικρές γυναίκες # με το μαύρο ρούχο παρθένες και μητέρες Που σιμά στη βρύση # δίνατε να πιούνε στ' αηδόνια των αγγέλωv 'Ελαχε να δώσει # και σε σας ο Χάρος τη φούχτα του γέματη Μες άπ'τα πηγάδια # τις κραυγές τραβάτε αδικοσκοτωμένων Τόσο δεν αγγίζουν # η φωτιά με το άχτι που πένεται ο λαός μου Του Θεού το στάρι # στα ψηλά καμιόνι το φόρτωσαν και πάει Μες στην έρμη κι άδεια # πολιτεία μένει το χέρι που μονάχα Με μπογιά θα γράψει # στους μεγάλους τοίχους ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Φύσηξεν η νύχτα # σβήσανε τα σπίτια κι είναι αργά στην ψυχή μου Δεν ακούει κανένας # όπου κι αν χτυπήσω η μνήμη με σκοτώνει Αδελφοί μου, λέει # μαύρες ώρες φτάνουν ο καιρός θα δείξει Των ανθρώπων έχουν # οι χαρές μιάνει τα σπλάχνα των τεράτων Γύρισα τα μάτια # δάκρια γιομάτα κατά το παραθύρι Φώναξα στις πύλες # κι η φωνή μου πήρε τη θλίψη των φονιάδων Μες στης γης το κέντρο # φάνηκε ο πυρήνας που όλο σκοτεινιάζει Μες η αχτίδα του ήλιου # γίνηκεν, ιδέστε ο μίτος του Θανάτου! Ι' ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ αίματα # με πορφύρωσαν Και χαρές ανείδωτες # με σκιάσανε Οξειδώθηκα μες στη # νοτιά # των ανθρώπων Μακρινή Μητέρα # Ρόδο μου Αμάραντο Στ'ανοιχτά του πέλαγου # με καρτέρεσαν Με μπομπάρδες τρικάταρτες # και μου ρίξανε Αμαρτία μου να 'χα # κι εγώ # μιαν αγάπη Μακρινή Μητέρα # Ρόδο μου Αμάραντο Τον Ιούλιο κάποτε # μισανοίξανε Τα μεγάλα μάτια της # μες στα σπλάχνα μου Την παρθένα ζωή μια # στιγμή # να φωτίσονν Μακρινή Μητέρα # Ρόδο μου Αμάραντο Κι από τότε γύρισαν # καταπάνω μου Των αιώνων όργητες # ξεφωνίζοντας "Ο που σ' είδε,στο αίμα # να ζει # και στην πέτρα" Μακρινή Μητέρα # Ρόδο μου Άμάραντο Της πατρίδας μου πάλι # ομοιώθηκα Μες στις πέτρες άνθισα # και μεγάλωσα Των φονιάδων το αίμα # με φως # ξεπληρώνω Μελαχρινή Μητέρα # Ρόδο μου Αμάραντο ΙΗ' ΣΕ ΧΩΡΑ μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι. Τώρα μ'ακολουθούν κορέτσια κυανά κι αλογάκια πέτρινα με τον τροχίσκο του ήλιου στο πλατύ μέτωπο. Γενεές μυρτιάς μ'αναγνωρίζουν από τότε που έτρεμα στο τέμπλο του νερού, άγιος, άγιος, φωνάζοντας. Ο νικήσαντας τον Αδη και τον Ερωτα σώσαντας, αυτός ο Πρίγκιπας των Κρίνων είναι. Κι από κείνες πάλι τις πνοές της Κρήτης, μια στιγμή ζωγραφιζόμουν. Για να λάβει ο κρόκος από τους αιθέρες δίκαιο. Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου Νόμους κλείνω κι εμπιστεύομαι. Μακάριοι, λέγω, οι δυνατοί που αποκρυπτογραφούνε το Ασπιλο. Γι'αυτών τα δόντια η ρόγα που μεθά, στων ηφαιστείων το στήθος και στο κλήμα των παρθένων. Ιδού ας ακολουθήσουνε τα βήματά μου! Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι. Τώρα το χέρι του θανάτου αυτό χαρίζει τή Ζωή και ο ύπνος δεν υπάρχει. Χτυπά η καμπάνα του μεσημεριού κι αργά στις πέτρες τις πυρρές χαράζοντας τα γράμματα : ΝΥΝ και ΑΙΕΝ και ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ. Αιέν αιέν και νυν και νυν τα πουλιά κελαηδούν ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τίμημα.